ΛΗΜΝΙΩΤΙΚΑ ΚΟΥΛΟΥΜΑ

18 ΜΑΡΤΙΟΥ 2024

Kούλουμα ονομάζεται η γιορτή της «Καθαρής Δευτέρας» και ουσιαστικά είναι η μετάβαση από την αποκριά στη Σαρακοστή. Για την ετυμολογία του ονόματος που παραμένει άγνωστη, όπως και η αρχή του εορτασμού τους, υπάρχουν πολλές απόψεις. Μεταξύ των πρώτων που επικράτησαν ήταν εκείνη, η οποία υποστήριζε ότι η λέξη Κούλουμα προέρχονταν από τη λατινική λέξη «CUMULUS» και σημαίνει «σωρός – αφθονία», αλλά επίσης και «τελείωμα». Έτσι, λοιπόν, θεωρείτο ότι, το cumulus έγινε «κούμουλα» και στη συνέχεια «κούλουμα», με την έννοια ότι, την ημέρα αυτή – εθιμικά – τρώμε αφθονία νηστίσιμων τροφών, ενώ παράλληλα σηματοδοτείται το τελείωμα της Αποκριάς. Υπάρχει, παρόλα αυτά, μια δεύτερη πιθανότερη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία η λέξη «κούλουμα», προέκυψε από την λατινική λέξη «COLUMNA», που σημαίνει «κολώνα».

Ο Δημήτριος Καμπούρογλου στο Εθνικόν Ημερολόγιον του Κωνσταντίνου Σκόκου (1889)

Πάνω σε αυτή την άποψη, ο ιστοριογράφος Δ. Καμπούρογλου, σημειώνει ότι, ο όρος ΚΟΥΛΟΥΜΑ είναι καθαρά αθηναϊκός και προέρχεται από τις κολώνες του ναού του Ολυμπίου Διός, τις οποίες αποκαλούσαν στη νεότερη ιστορία οι Αθηναίοι columna, κόλουμνα, κούλoυμνα, κούλουμα, χωρίς όμως αυτό και να προσδιορίζει την αρχή της εορτής που πιθανολογείται κατά τη περίοδο της τουρκοκρατίας. Ο ίδιος όμως προσθέτει στις σημειώσεις του ότι, ο λόφος επί του οποίου βρίσκεται το Θησείο ονομάζονταν στην αρχή της εποχής του Όθωνα «τριανταδυό κολώνες».

Πηγή : Nextdeal – Τι είναι τα Κούλουμα και γιατί ονομάστηκαν έτσι !

Η Καθαρά Δευτέρα είναι η πρώτη ημέρα της Σαρακοστής και ημέρα πνευματικού και σωματικού καθαρμού.

___________________________________________________________

Στη Λήμνο τα παλαιοτέρα χρόνια συνήθιζαν την Καθαρά Δευτέρα να ψήνουν τα αρμυροκούλουρα.

Αυτά, ήταν κουλουράκια, τα οποία έφτιαχναν με κλεμμένο αλεύρι από τρία σπίτια. Τα σπίτια αυτά θα έπρεπε να είναι απίκραντα και μονοστέφανα κι αν η οικοδέσποινα ονομαζόταν και Μαρία ακόμα καλύτερα.

Η κοπέλα λοιπόν που ήθελε να μάθει τα μελλούμενα της ζωής της αφού είχε προμηθευτεί το αλεύρι, το ζύμωνε.
Έπρεπε να το ζυμώσει όμως ανάποδα, δηλαδή με τα χέρια πίσω από την πλάτη.

Στη ζύμη έπρεπε να βάλει μπόλικο αλάτι. Με το ζυμάρι στη συνέχεια έφτιαχνε τρεις κουλούρες.
Τις έψηνε και από κάθε κουλούρα έπαιρνε μια μπουκιά.

Την μια μπουκιά την έτρωγε, τη δεύτερη την έριχνε στα κεραμίδια ώστε να τη δει ο ήλιος και την τρίτη την έβαζε το βράδυ κάτω από το μαξιλάρι της και έλεγε:

«Αγία Δευτέρα βγαίνοντας.
Αγία Τρίτη μπαίνοντας
Αγία Τετράδ’ αληθινή
Όπου σε στείλω να διαβείς
Τη Μοίρα μου να πας να βρεις
Να’ρθη απόψε να μου ειπεί
Ποιον άντρα θε να πάρω»

Τα αρμυροκούλουρα ήταν πολύ αρμυρά αλλά η κοπέλα δεν έπρεπε να πιεί νερό όλη μέρα. Έπρεπε να διψάει και να δει στον ύπνο της ποιος θα της προσφέρει νερό.

Αυτός θα ήταν κι ο γαμπρός. Αν ονειρευόταν ένα νέο να κρατάει ένα χρυσό ποτήρι τότε η κοπέλα θα παντρευόταν ένα καλό παλικάρι ενώ αν τον έβλεπε να κρατάει ένα καπνισμένο λαγήνι τότε ο γαμπρός θα ήταν χηρευάμενος ή πικραμένος (ορφανός).

Την ημέρα της Καθαράς Δευτέρας συνήθιζαν να παίρνουν τα σαρακοστιανά εδέσματα και να πηγαίνουν να γευματίζουν στο ακροθαλάσσι.

Το μεσημεριανό τους γεύμα το συμπλήρωναν με πεταλίδες και αχινούς που είχαν βγάλει από τη θάλασσα.

Πηγή : Ευαγγελία Χ. Λιάπη – Kokkinovraxos.blogspot.com


Posted

by