29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2024

Ο Γιώργος Σεφέρης, ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της Πατρίδας μας, υπήρξε ο πρώτος Έλληνας, που τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, το έτος 1963. Γεννήθηκε στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας, στις είκοσι εννέα του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 1900 (στις 13 Μαρτίου, με το παλαιό ημερολόγιο).
Έφυγαν οικογενειακώς για την Αθήνα στα 1914, εξαιτίας του ότι, ο πατέρας του, Στυλιανός Σεφεριάδης, διακεκριμένος νομικός, είχε αναπτύξει εθνική δράση και για το λόγο αυτό η Τουρκική Ασφάλεια τον είχε θέσει υπό παρακολούθηση. Βέβαια, υπάρχουν αρκετοί λόγοι (οι οποίοι δεν είναι της παρούσης να αναφερθούν), για τους οποίους, η Σμύρνη δεν υπήρξε ο τόπος, τον οποίο αγαπούσε ο Σεφέρης και οι μνήμες του γι’ αυτήν δεν την περιβάλλουν με νοσταλγικότητα.
Είχε όμως βαθιά αγάπη για ένα ψαροχώρι, που βρισκόταν κατά μήκος των ακτών της Σμύρνης, τριάντα χιλιόμετρα στα δυτικά. Εκεί περνούσε τα καλοκαίρια του, μέχρι τα δώδεκά του χρόνια. Ήταν ο τόπος, όπου ο παππούς του, από την πλευρά της μητέρας του, είχε δημιουργήσει περιουσία. Στη Σκάλα του Βουρλά. Όταν βρίσκονταν εκεί, έμεναν σε ένα σπίτι δίπλα στο λιμανάκι. Σ’ αυτό το σπίτι, δίπλα στη θάλασσα, πέρασε ο Γιώργος Σεφέρης και τα αδέλφια του πολλά αλησμόνητα καλοκαίρια. Εκεί, με παιδικά παιχνίδια και ξενοιασιά, μακριά από την ασφυκτική ζωή της Σμύρνης, θεμελίωσε την προσωπικότητά του και ανάπτυξε τη φαντασία του.
Για τον τόπο αυτό – χρόνια μετά – έγραψε ο ποιητής : “… Τα δύο τελευταία καλοκαίρια δεν είχαμε πάει στην εξοχή, στην Σκάλα του Βουρλά, που ήταν για μένα ο μόνος τόπος που, και τώρα ακόμη, μπορώ να ονομάσω πατρίδα, με την πιο ριζική έννοια της λέξης : ο τόπος όπου βλάστησαν τα παιδικά μου χρόνια …”

Με αφορμή και έμπνευση το σπίτι αυτό, πολλά χρόνια αργότερα, στην ποιητική συλλογή του “Κίχλη”, συμπεριέλαβε, στο α’ τμήμα της συλλογής αυτής, το ποίημά του “Το σπίτι κοντά στη θάλασσα”.
Το ποίημα αυτό έχει, ως ακροτελεύτιο στίχο του, τον ακόλουθο :

“… Ξέρεις, τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις”
Αυτός ακριβώς ο στίχος του Σεφέρη “ήχησε στα αυτιά μου”, την πρώτη φορά που είδα το κτίριο κοντά στη θάλασσα, σε έναν άλλο γιαλό, όχι πολύ μακρυά από τις παραλίες των παιδικών αναμνήσεων του νομπελίστα ποιητή μας.
Ήταν όταν στάθηκα μπροστά σε μια μαρμάρινη εντοιχισμένη πλάκα. Στην Πλατεία Παύλου Κουντουριώτη, στο τέρμα του Ρωμέϊκου Γιαλού της Μύρινας, κάτω από τον υπεραιωνόβιο ίσκιο του Κάστρου και δίπλα στο μικρό εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, στα ριζά του βράχου. Εκεί όπου βρίσκεται το Αρχοντικό Βόντελα.

Ξεθωριασμένα τα γράμματα, εμφανώς παραμελημένη και πολυκαιρισμένη, η πλάκα αυτή σηματοδοτεί την ιστορική στιγμή και το σημείο εκείνο, όπου αποβιβάστηκε ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, τον Οκτώβριο του 1912, για να του παραδώσουν οι Οθωμανοί τη νησί της Λήμνου, αλλά και απ’ όπου στη συνέχεια αυτός εξόρμησε, με ναυαρχίδα του Ελληνικού Στόλου το θωρηκτό Αβέρωφ, για να εγκαθιδρύσει έκτοτε, μετά από δυο περιφανείς θαλάσσιες πολεμικές επιτυχίες, τις Ναυμαχίες της Έλλης και της Λήμνου (Δεκέμβρης 1912 και Ιανουάριος 1913), την πλήρη κυριαρχία της πατρίδας μας στο Αρχιπέλαγος – στο Αιγαίο Πέλαγος.


<><><><><><><><><><><><><><><><><><><><><><><><>
Το κτίριο έχει υποστεί και υφίσταται, στο πέρασμα του χρόνου, διάφορες επεμβάσεις, για τη συντήρησή του. Το 2022 αντικαταστάθηκαν εξωτερικά κουφώματα. Το 2023 επισκευάστηκε η στέγη. Τοποθετήθηκαν καινούργια ξύλα και κεραμίδια. Στο Αρχοντικό Βόντελα στεγάζονται σήμερα κάποιες υπηρεσίες του Αρχαιολογικού Μουσείου Λήμνου, καθώς και της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λέσβου.

Το Αρχοντικό Βόντελα κουβαλάει, από κατασκευής του, μια περίεργη ιστορία. Ένα μέρος της μπορεί να διαβάσει ο επισκέπτης του νησιού της Λήμνου στη σχετική ενημερωτική πινακίδα, η οποία βρίσκεται μπροστά στο κτίριο. Ανήκε στην ιδιοκτησία του Ιταλού γιατρού Bontella, ο οποίος στα τέλη του προ – προηγούμενου αιώνα ξεκίνησε την ανέγερσή του, αφού αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στο νησί. Στη διάρκεια των εργασιών ανέγερσης βρήκαν τραγικό θάνατο, από εργατικό ατύχημα, αρκετοί από τους τεχνίτες και τους εργάτες του. Ο Bontella, μετά από την εξέλιξη αυτή, εγκατέλειψε μισοτελειωμένο το Αρχοντικό, αλλά επίσης, πήρε μαζί και τη σύζυγό του και έφυγαν από το νησί οριστικά.
Ο αστικός μύθος λέει ότι, ο (καθολικός) ιατρός Bontella, γνώρισε και αγάπησε μια όμορφη (ορθόδοξη) Λημνιά, την οποία και παντρεύτηκε. Οι ντόπιοι δεν είδαν, από την αρχή με “καλό μάτι” αυτό το σμίξιμο και ούτε λίγο – ούτε πολύ, έκαναν δύσκολη τη ζωή του ζευγαριού. Μέσα σε αυτό το ήδη αρνητικό κλίμα, επισυνέβη και το τραγικό γεγονός του θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος στο υπό ανέγερση αρχοντικό τους, το οποίο εκλήφθηκε από τον Bontella, ως θεϊκό σημάδι, που τον εξωθούσε να φύγει από το νησί. Το σπίτι αυτό, παρατημένο και μισοτελειωμένο, πέρασε γρήγορα στη λαϊκή συνείδηση ως “στοιχειωμένο”.

Στη διάρκεια των χρόνων που πέρασαν εκπονήθηκαν διάφορα σχέδια και μελέτες, από συναρμόδιους κρατικούς φορείς, δημοτικές αρχές, αλλά και ιδιωτικές μελετητικές εταιρίες, με σκοπό τη συντήρησή του, αλλά και την εξίσου λειτουργική χρησιμοποίησή του.

Η συνήθης κατάληξη της διαχείρισης της κατάστασης του κτιρίου, ήταν η εμφανής αποτύπωση της φθοράς, που επέφερε στον “οργανισμό του” η πολύ κουβέντα και η ανεπαρκής ή και η αμελής αντιμετώπισή του.
Στα χρόνια, που μεσολάβησαν, πολλά ειπώθηκαν και πολλά περισσότερα γράφτηκαν. Μεγαλόπνοα σχέδια κυκλοφόρησαν, για “λαϊκή κατανάλωση”.

Ό,τι πάντως κι αν έχει γίνει, ή μάλλον για την ακρίβεια, ό,τι κι αν, τέλος πάντων, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΓΙΝΕΙ, στο πέρασμα ήδη πάρα πολλών δεκαετιών, με σκοπό την πλήρη αποκατάσταση του εμβληματικού κτιρίου στο Ρωμέϊκο Γιαλό της Μύρινας και την πιο λειτουργική αξιοποίηση του, δικαιολογημένα το Αρχοντικό Βόντελα, σε πείσμα γεγονότων και ανθρώπων, κόντρα σε όλες τις αντιλήψεις και τις εποχές, που αλλάζουν αδυσώπητα, “στοιχειωμένο” και εγκαταλελειμμένο ή ακόμα και περιστασιακά συντηρημένο, πρωταγωνιστής της ιστορίας ή και άλλοτε λησμονημένο, ανήκει, χωρίς καμία αμφιβολία, στην κατηγορία των κτιρίων εκείνων, για τα οποία έγραψε ο ποιητής μας Γιώργος Σεφέρης :
“… Ξέρεις, τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις“.
ΠΗΓΕΣ :