01 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2025

… Το ξυπνητήρι κουδούνισε, με το γνωστό, μονότονα επαναλαμβανόμενο ήχο του. Αυτόν, που είχε – πολλές φορές – υποσχεθεί στον εαυτό του ότι, με την πρώτη ευκαιρία θα τον άλλαζε. Όμως, χρόνια τώρα τον ανεχόταν. Έτσι κι αλλιώς, δεν τον ενόχλησε, γιατί είχε μείνει ξάγρυπνος την προηγούμενη νύχτα, προσπαθώντας να γράψει ένα εορταστικό, πρωτοχρονιάτικο, άρθρο για την ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας, στην οποία εργαζόταν. Ήταν αλήθεια ότι, ο ήχος του ξυπνητηριού ούτε τα προηγούμενα πρωϊνά τον ενοχλούσε, αφού πάντοτε, όταν χτυπούσε, εκείνος ήταν από ώρα πριν ήδη καθισμένος μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή του και έγραφε τα άρθρα του ή έψαχνε απαντήσεις για διάφορα θέματα, επαγγελματικά και μη.
Ξημέρωνε Πρωτοχρονιά. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, σκέφτηκε τώρα, δεν είχε καμία χρησιμότητα η διαδικασία αυτή. Το να ρυθμίζει δηλαδή την ώρα από το βράδυ και τελικά το πρωϊ να είναι ξύπνιος, πολύ πριν το ξυπνητήρι χτυπήσει. … ‘Η μήπως είχε ; Το ξανασκέφτηκε για λίγο και αποδέχθηκε, με διάθεση αυτοκριτικής ότι, ήταν και αυτό ένα παιχνίδι με το χρόνο. Κάποιο παιχνίδι ανταγωνισμού μεταξύ τους, ίσως ; Ναί, μπορεί, αλλά δεν στάθηκε περισσότερο σε αυτό, μιας και το μυαλό του ήταν ήδη φορτωμένο με όλα εκείνα, τα οποία στη διάρκεια της νύχτας πάλευε να γράψει ή μάλλον, για την ακρίβεια, να αποτυπώσει … στην οθόνη. Τι αλλαγή και αυτή !!! Πότε ήταν, που χαρτί, μολύβι και γομολάστιχα έκαναν όλη τη δουλειά !!! ……….. Και νάταν μόνο αυτή η διαφορά από τότε !!!
Σηκώθηκε από την καρέκλα και τάνυσε το κορμί του. Συνειδητοποίησε ότι, είχε “πιαστεί” ολόκληρος από την πολύωρη ακινησία. Στα ακροδάχτυλα των χεριών του ένιωθε το ίδιο μούδιασμα. Πήγε προς το παράθυρο και το άνοιξε, όσο πιο ήσυχα μπορούσε, με αργές και απαλές κινήσεις. Δεν του φταιγε κανείς άλλος, να τον ξυπνήσει πριν την ώρα του, επειδή ο ίδιος ανταγωνιζόταν το χρόνο με ξενύχτια. Μπροστά του, στο βάθος, πάνω από το βαθύ μπλε της θάλασσας, είχε αρχίσει να χαράζει, σε μια παλέτα από τις αποχρώσεις του κίτρινου, του μωβ και του ροζ χρώματος.

Δεν κάπνιζε. Είχε από καιρό κόψει τη συνήθεια αυτή και τούτο έκανε πιο δύσκολα τα ολονύκτια γραψίματά του. Για συντροφιά είχε ένα σακουλάκι καραμέλες, όπως αυτές των παιδικών αναμνήσεών του. Μικρές κόκκινες και πράσινες, μέντες.


Μαζί με την ανάσα του, θαρρείς πως φρεσκάριζαν και τη σκέψη του ή τουλάχιστον έτσι ένιωθε εκείνος. Το μόνο σίγουρο, ήταν καλή παρέα οι καραμέλες αυτές και μια αναγκαία απόσπαση απ’ το βύθισμα στην οθόνη όλη τη νύχτα.
Κάθισε ξανά μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή του. Έβαλε τα δάχτυλά του πάνω στο πληκτρολόγιο και για λίγη ώρα έμεινε ακίνητος, στη θέση αυτή. Κάπου χάθηκε μέσα σε σκέψεις. Προσπαθούσε όλο το βράδυ να τελειώσει ένα κείμενο, με θέμα την αλλαγή του χρόνου και να κάνει μιας μορφής ανασκόπηση των σημαντικότερων γεγονότων της χρονιάς που πέρασε. Όμως, όσο κι αν στο τέλος κάθε παραγράφου νόμιζε ότι πλησιάζει στο τέλος του άρθρου, στο ξεκίνημα της κάθε επόμενης συνειδητοποιούσε ότι, κάτι του είχε διαφύγει. Έβλεπε και διάβαζε, ξανά και ξανά, όλο το υλικό, που είχε συγκεντρώσει για τις ανάγκες του άρθρου του, αλλά μάταια. Απάντηση δεν εύρισκε στην ιδέα αυτή, που βασανιστικά τριβέλιζε το μυαλό του.
Άπλωσε το χέρι του και άρπαξε βιαστικά μέσα από το σακουλάκι μια κόκκινη στρογγυλή καραμέλα. Την έβαλε στο στόμα του και ευχήθηκε η σπιρτάδα της να διεγείρει, εκτός από τους γευστικούς κάλυκες της στοματικής του κοιλότητας, ομοίως και τους νευρώνες του εγκεφάλου του, μπας και κατάφερνε τελικά να καταλάβει αυτό, που δεν μπορούσε να εξηγήσει και συνέβαινε μέσα του.

Ξανασηκώθηκε απότομα και κατευθύνθηκε προς τη βιβλιοθήκη του. Έψαχνε απεγνωσμένα πλέον να βρει κάτι, που θα του έδινε την ώθηση να ολοκληρώσει τη δουλειά, που είχε κολλήσει, μιας και η καραμέλα τελικά δεν έλυσε το πρόβλημα, που αντιμετώπιζε εδώ και τόση ώρα.
Το βλέμμα του, σε πλήρη ανακολουθία με την ώρα και την κόπωσή του, ταξίδεψε με γρήγορο ρυθμό, από πάνω μέχρι κάτω, στα ράφια της παλιάς ξύλινης βιβλιοθήκης του. Πήρε στα χέρια του ένα βιβλίο με ποιήματα από τη Λατινική Αμερική, που του είχε κάνει δώρο, πριν από πολλά χρόνια, ένας μακρινός θείος του. Ήταν σίγουρος ότι, δεν το είχε ξανανοίξει ποτέ, μιας και η ποίηση δεν ήταν το καλύτερό του, για να διαβάζει. Οι ποιητές παρουσιάζονταν με αλφαβητική σειρά και έτσι άρχισε από το πρώτο ποίημα κάποιου Βραζιλιάνου … ANDRADE (Mário Raul de Morais Andrade).

“Μια σακούλα καραμέλες ή ο χρόνος των ώριμων ανθρώπων“
*************************************
“Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ’ ότι έχω ζήσει έως τώρα.
Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες : τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.
Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δεν θα καταλήξει κανείς πουθενά. Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που, παρά την χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει. Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες. Δεν θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί. Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.
Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν την θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους. Μισώ να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα.
Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο. Συζητούν μετά κόπου για την επικεφαλίδα. Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες. Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται. Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα.
Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση :
- Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
- Που δεν επαίρονται για τον θρίαμβό τους.
- Που δεν θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
- Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
- Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.
Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στην ζωή.
Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων.
Ανθρώπους τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής δίδαξαν το πώς μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.
Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνον η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν.
Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ’ όσες έχω ήδη φάει.
Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με την συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.
Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ”
**************************************************************************
Έμεινε για ώρα διαβάζοντας ξανά και ξανά τον ίδιο στίχο … Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν …
Ασυναίσθητα γύρισε στο γραφείο του και με μια περίεργη ταραχή έβαλε το χέρι του μέσα στο σακουλάκι με τις καραμέλες του. Με την αφή έκανε μια προσπάθεια να τις μετρήσει. Ανατριχίλα διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά του … ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΠΟΛΛΕΣ.
Κάθησε και πάλι μπροστά στον υπολογιστή του. Πάτησε παρατεταμένα το πλήκτρο DELETE στο πληκτρολόγιο και σε λίγα δευτερόλεπτα ολόκληρο το άρθρο του, που κόντευε να το τελειώσει, όλος ο κόπος μιας ολονυκτίας εξαφανίστηκε από την οθόνη του. Τώρα πια είχε καταλάβει αυτό, που τον βασάνιζε όλη τη νύχτα, και δεν τον άφηνε να ολοκληρώσει τη δουλειά του.
Στην κενή οθόνη πληκτρολόγησε με κεφαλαία γράμματα τον τίτλο του νέου άρθρου του … “Ο ΠΟΛΥΤΙΜΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΠΟΥ ΜΟΛΙΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ“. Δεν συμπλήρωσε τίποτα άλλο παρακάτω. Πάτησε το κουμπί και το προώθησε στον αρχισυντάκτη της εφημερίδας του.
Ντύθηκε βιαστικά. Έχωσε τη σακούλα με τις καραμέλες στη τσέπη του παλτού του. Έριξε λίγα ρούχα μέσα στη μικρή δερμάτινη βαλίτσα του και βγήκε σχεδόν τρέχοντας από το σπίτι. Μπήκε στο αυτοκίνητό του. Είχε φέξει για τα καλά. Με μεγάλη ταχύτητα στους άδειους δρόμους της πόλης, πήρε κατεύθυνση προς το λιμάνι του Λαυρίου. Πρόλαβε το πλοίο την ώρα, που ήταν έτοιμο να σηκώσει τη μπουκαπόρτα. Μπήκε με φόρα στο γκαράζ του καραβιού, τόσο ώστε να του βάλουν τις φωνές οι λιμενικοί. Δεν τους άκουσε.

“Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ’ ότι έχω ζήσει έως τώρα.
Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες : τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση …”
Ακούμπησε νωχελικά στην κουπαστή και γέμισε τα πνευμόνια του με καθαρό θαλασσινό αέρα. Παρατηρούσε τη θάλασσα και τα σύννεφα και προσπαθούσε να ξεδιαλύνει μέσα του όλα αυτά, που δεν άφηνε τον εαυτό του να αναζητά και να βιώνει όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Το νησί άρχισε να διαγράφεται στο βάθος του ορίζοντα. Χωρίς να το σκεφτεί, έβαλε το χέρι του στη τσέπη του παλτού του. Έπιασε μια από τις καραμέλες και την έβαλε στο στόμα του. Δεν πρόσεξε καν εάν ήταν πράσινη ή κόκκινη μέντα.
Το αλάτι από τη θαλασσινή αύρα μάλλον είχε προλάβει να τις ποτίσει, γιατί αυτή που έβαλε στο στόμα του είχε μια τόσο ωραία γεύση ………………
” … Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν.
Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ’ όσες έχω ήδη φάει …”.