20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2023
Η ιστορία της ζωής του Κομνηνού Πυρομάγλου θα μπορούσε εύκολα να αποτελέσει επιτυχημένο σενάριο μεγάλης και διεθνούς κινηματογραφικής παραγωγής. Για τους περισσότερους Έλληνες παραμένει άγνωστος. Το ίδιο ισχύει και για πολλούς συμπατριώτες του, Λημνιούς. Υπήρξε εκπαιδευτικός, πολιτικός, συγγραφέας και αγωνιστής της Αντίστασης, μάλιστα το τελευταίο σε δύο μεγάλες και με χρονική απόσταση ιστορικές περιόδους της πατρίδας μας.

Σόλωνα Νεοκ. Γρηγοριάδη – Τόμος 3ος – Από τον Λίβανο στη Βάρκιζα
Ειδική Έκδοση για την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 2011
Πρώτη Έκδοση “Εκδόσεις Κ. Καπόπουλος” 1973
Ο Κομνηνός Πυρομάγλου υπήρξε διαχρονικός αγωνιστής. Γεννήθηκε στην Πλάκα της Λήμνου, στις 15 Δεκεμβρίου 1899. Ξεκίνησε την προσωπική του “Οδύσσεια” στα 1916, στη διάρκεια του Πρώτου (Α’) Παγκόσμιου Πολέμου, συμμετέχοντας εθελοντικά σε ομάδες δολιοφθοράς, πίσω από τις γραμμές του τουρκικού στρατού στη Μικρά Ασία, μόλις σε ηλικία δεκαεπτά (17) ετών. Αυτό ίσως εξηγείται από την πιθανολογούμενη καταγωγή της οικογένειάς του από τα μέρη εκείνα. Στη συνέχεια πολέμησε, στα 1919, ως κληρωτός, στα πολεμικά πεδία της Μικρασιατικής Εκστρατείας, μέχρι και το Δεκέμβριο του 1922. Μετά από την οδυνηρή κατάρρευση του μετώπου, φέροντας τον βαθμό του Δεκανέα, αρνήθηκε να παραδοθεί και κατόρθωσε να διασώσει την ομάδα του (περίπου 200 στρατιώτες) και να ενωθεί με το σύνταγμα του Πλαστήρα.
Υπηρέτησε στο πολιτικό γραφείο των Πλαστήρα – Γονατά, ενώ το 1927 έφυγε για το Παρίσι, για σπουδές. Από τη Σορβόννη πήρε δίπλωμα Γαλλικής Φιλολογίας. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του δίδαξε στις Σπέτσες, στην Αναργύρειο & Κοργιαλένειο Σχολή, κατά τα έτη 1931-1932, ενδιάμεσα δίδαξε στο Νεοελληνικό Ινστιτούτο στο Παρίσι, κατά τα έτη 1932-1934 και αργότερα στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Αθηνών, από το 1934 έως και το 1938.

Το 1938 εκτοπίστηκε στη Σίκινο, εξαιτίας της δράσης του ενάντια στη δικτατορία του Μεταξά. Η εκτόπισή του διακόπηκε και εκείνος έφυγε για τη Μασσαλία. Πηγαίνοντας στη Γαλλία είχε την ευκαιρία να επανασυνδεθεί με τον στρατηγό Νικόλαο Πλαστήρα.
Τον Σεπτέμβριο του έτους 1941, ενόσω ο Κομνηνός Πυρομάγλου βρισκόταν στη Γαλλία, ασχολούμενος με το εμπόριο, αποφάσισαν με τον Πλαστήρα να τον εκπροσωπήσει στο αντιστασιακό κίνημα, που ήταν αναγκαίο να αρχίσει στην Ελλάδα.
Ο Πλαστήρας του έδωσε εντολή να διαπραγματευτεί με όλα τα πολιτικά κόμματα της Ελλάδος και την ηγεσία του Ελληνικού Στρατού για τη δημιουργία μιας πλατιάς αντιστασιακής οργανώσεως.
Πράγματι, στις 21 Σεπτεμβρίου 1941 κατέβηκε στην Αθήνα, μυστικά και με ψευδώνυμο και αμέσως άρχισε επαφές με τον πολιτικό κόσμο και ανωτάτους στρατιωτικούς, ως σύνδεσμος του Πλαστήρα. Στη διαδικασία αυτή τον απογοήτευσαν όχι μόνο οι πολιτικοί, αλλά και οι ανώτατοι αξιωματικοί του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Κανείς από όλους αυτούς δεν πίστευε (ή ίσως δεν ήθελε) στη δυνατότητα διεξαγωγής ανταρτικού αγώνα κατά των Γερμανών.
Ενόψει όλων αυτών του υποδείχθηκε να έρθει σε επαφή με τον Ναπολέοντα Ζέρβα και οι δυο τους αποφάσισαν, τον Ιανουάριο του έτους 1942, να ξεκινήσουν τον ένοπλο αγώνα το συντομότερο δυνατό. Ενεπλάκη στον ΕΔΕΣ, με την αρμοδιότητα του οργανωτικού Γραμματέα. Ο ΕΔΕΣ, δηλαδή ο Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Στρατός, είχε ήδη ιδρυθεί σαν αντιστασιακή οργάνωση από τον Σεπτέμβριο του 1941. Ο Κομνηνός Πυρομάγλου έλαβε μέρος με το ΕΔΕΣ σε πάρα πολλές αντιστασιακές ενέργειες, μέχρι την αποχώρηση των κατακτητών.
Το Φόρεϊν Όφφις (Υπουργείο Εξωτερικών) της Αγγλίας ήταν εχθρικά διακείμενο προς τον Υπαρχηγό του Ναπολέοντα Ζέρβα, τον Κομνηνό Πυρομάγλου, καθόσον αυτός ήταν γνωστός αντιβασιλικός και επίσης φίλος του στρατηγού Πλαστήρα.
Αποτελεί κορυφαία στιγμή στη ζωή του ιδίου του Κομνηνού Πυρομάγλου, αλλά και όλων των υπολοίπων Ελλήνων και Βρετανών, που συμμετείχαν στην αποστολή HARLING 1942, η ανατίναξη της Γέφυρας του Γοργοπόταμου, στις 25 Νοεμβρίου 1942. Υπήρξε η πρώτη μείζονος σπουδαιότητας ενέργεια στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Ευρώπη και η μεγαλύτερη μέχρι τη στιγμή εκείνη επιτυχία αντιστασιακού κινήματος.

Η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου επέφερε καθυστέρηση στην αποστολή εφοδίων και πυρομαχικών στα γερμανικά στρατεύματα, τα οποία πολεμούσαν στη Βόρεια Αφρική. Αυτό άλλαξε όλη την πορεία των πολεμικών επιχειρήσεων των Africa Korps στα πεδία των μαχών. Οι Γερμανοί προσπάθησαν να επισκευάσουν προσωρινά τη γέφυρα, πλην όμως απέτυχαν.
Η αποκατάσταση της συγκοινωνίας χρειάστηκε έξι (6) ολόκληρες εβδομάδες. Η κίνηση τελικά αποκαταστάθηκε στις 6 Ιανουαρίου 1943.
Οι γερμανικές επιτελικές εκθέσεις της εποχής αυτής αναφέρουν ότι, η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου αξιολογήθηκε στο Βερολίνο σαν απαρχή σημαντικής αντιστασιακής δράσεως στην Ελλάδα και έπαυε να έχει τον χαρακτήρα μεμονωμένων εκδηλώσεων σαμποτάζ. Κατέστη πλέον πρόβλημα στρατιωτικής αντιμετώπισης για τη γερμανική στρατιωτική διοίκηση, το ένοπλο αντάρτικο κίνημα στην κατεχόμενη Ελλάδα.
Ο Κομνηνός Πυρομάγλου συμμετείχε στο διάλογο μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων, όταν στη συνέχεια είχε διαφανεί η ενδεχόμενη κρίση στις σχέσεις τους. Στο διάστημα από 17 έως 20 Μάη του έτους 1944 πραγματοποιήθηκε στη Βηρυτό του Λιβάνου, στο ξενοδοχείο «Δάσος της Βουλώνης», σύσκεψη των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων και οργανώσεων του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, που έμεινε στην ιστορία ως η “Συνθήκη ή η Συνδιάσκεψη του Λιβάνου». Σκοπός αυτής της συνδιάσκεψης ήταν να αποφασιστεί η διαχείριση του πολιτειακού ζητήματος, μετά την επικείμενη απελευθέρωση της Ελλάδας, με άλλα λόγια, με ποιό τρόπο θα γινόταν ή δεν θα γινόταν η επιστροφή του Βασιλιά Γεώργιου του Β΄ στην Ελλάδα.

(Τόμος 4) Κατοχή Αντίσταση 1941 1944
Ειδική έκδοση για την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ (2010)
Στη Συνδιάσκεψη του Λιβάνου συμμετείχαν από τη μια μεριά η ΠΕΕΑ, δηλαδή η κυβέρνηση των βουνών που είχε στα χέρια της πραγματική εξουσία και από την άλλη μεριά, η κυβέρνηση του Καΐρου, υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, που δεν είχε καμία δύναμη εκτός απ’ αυτήν που της εξασφάλιζαν οι Εγγλέζοι. Από μερίδα ιστορικών εκτιμάται ότι, με τη σύγκληση της Συνδιάσκεψης αυτής η Μεγάλη Βρετανία προσπάθησε να παγιδέψει το ΕΑΜ και την ηγεσία του ΚΚΕ σε μια διαδικασία, που δεν αποτύπωνε τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων στην κατεχόμενη Ελλάδα. Και έτσι πράγματι έγινε.

Ο Κομνηνός Πυρομάγλου, μετά την απελευθέρωση της Πατρίδας μας από τους Γερμανούς, έζησε στο εξωτερικό για μερικά χρόνια. Επέστρεψε το 1956 και έγινε Πρόεδρος της Διακομματικής Επιτροπής του Συνασπισμού της Δημοκρατικής Ενώσεως για την διεξαγωγή των εκλογών. Κατά το έτος 1958, συνεργάστηκε με την ΕΔΑ (Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά) και τον συντοπίτη του, τον άλλο μεγάλο Λημνιό, Ηλία Ηλιού. Εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών με την ΕΔΑ. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας ανέπτυξε πλούσια αντιστασιακή δραστηριότητα, ως συντονιστής αντιχουντικών οργανώσεων. Για τη δράση του αυτή τιμήθηκε με το Παράσημο του Πολεμικού Στρατού Γ΄ τάξεως
Διετέλεσε μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Αντιστασιακών και της Διεθνούς Επιτροπής για τη συγγραφή της ιστορίας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Είχε πλούσια συγγραφική δραστηριότητα. Σημαντικότερα συγγράμματά του είναι : ”Εθνική Αντίσταση” Αθήναι 1947, ”Αι Εκλογαί της 19ης Φεβρουαρίου 1956”, ”Ο Δούρειος Ίππος. Πολιτική και Εθνική Κρίσις κατά την Κατοχή” Αθήναι 1958 – Τόμος Α΄, ”Ο Γεώργιος Καρτάλης και η Εποχή του 1934-1957” Αθήναι 1965 – Τόμος Α΄. Υπήρξε ιδρυτής και εκδότης του τριμηνιαίου περιοδικού ”Ιστορική Επιθεώρησις” που εκδίδονταν στην Αθήνα από το 1963. Έκανε, με άρθρα του, πολλές παρεμβάσεις στο Λημνιακό Τύπο της εποχής και δημοσίευσε Βιβλιοκρισίες, ακόμη και ευρισκόμενος στο Παρίσι. Με τον τρόπο αυτό παρακολουθούσε και ασχολούνταν με όλα τα τεκταινόμενα στο νησί της καταγωγής του, τη Λήμνο.
Μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του αγωνίστηκε για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης των ετών 1941-1944, ως καθολικού ιστορικού γεγονότος.
Πέθανε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 1980.
Η ζωή του Κομνηνού Πυρομάγλου είναι η διαδρομή ενός διαχρονικού αγωνιστή, ενός ανθρώπου αρχών, ο οποίος, αν και είχε “τις ευκαιρίες”, επέλεξε ως το τέλος του βίου του, να παραμείνει αταλάντευτος σ’ αυτές.
Αν μια τέτοια ζωή δεν είναι για ταινία, τότε τί είναι ;
Έχοντας κατά νου όλα τα παραπάνω, τα οποία καταγράφονται μέσα στα στενά πλαίσια ενός και μόνο άρθρου, για έναν τόσο σημαντικό Έλληνα, μεγάλα και βασανιστικά ερωτήματα κατακλύζουν, αβίαστα, το μυαλό και φτάνουν μέχρι την άκρη των χειλιών.
Πώς μπορεί η Πατρίδα μας να αφήνει στη λήθη τέτοιες μορφές ;
Πώς μπορούν άραγε οι άνθρωποι να λησμονούν τέτοιους αγωνιστές ;
Πώς θα κατανοήσουμε άραγε το παρόν και θα σχεδιάσουμε το μέλλον, αν έχουμε αποκοπεί από το παρελθόν μας και ιδίως από την ιστορία μας, αλλά κυριότερο απ’ όλα, εάν έχουμε αποκοπεί από τους ανθρώπους, που με την ίδια τη πορεία τους την έγραψαν ;
Τελικά, μάλλον έχει δίκιο ο Γάλλος στοχαστής Μπλέϊζ Πασκάλ, που έγραψε :
“Καθώς οι άνθρωποι δεν είναι σε θέση να πολεμήσουν τον θάνατο, τη δυστυχία ή την άγνοια, αποφάσισαν μέσα στο μυαλό τους, για να μην είναι δυστυχισμένοι, να μην σκέφτονται γι’ αυτά τα πράγματα καθόλου”.