23 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2023
Όσο και αν ακούγεται απίθανο οι τρεις άνθρωποι, των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στην επικεφαλίδα αυτού του άρθρου και οι οποίοι έζησαν με πολλούς αιώνες διαφορά ο ένας από τον άλλο (τον 5ο π.Χ. αιώνα ο πρώτος, τον 2ο μ.Χ. αιώνα ο δεύτερος και τον 19ο/20ο αιώνα ο τρίτος), συνδέονται με ένα “αόρατο νήμα” ή, εάν το θέλετε διαφορετικά, είναι και οι τρεις πρωταγωνιστές σε μια ιστορία, η οποία έχει στο επίκεντρό της το νησί της Λήμνου.
Πρόκειται για την ιστορία ενός δημιουργήματος, του οποίου η κατάληξη εμπεριέχει και μια δόση μυστηρίου. Ελάτε λοιπόν, μέσα από τις γραμμές του άρθρου αυτού να ξετυλίξουμε το κουβάρι και να ανακαλύψουμε μαζί την άκρη αυτού του “αόρατου νήματος”.

Φειδίας : Έλληνας γλύπτης, ζωγράφος και αρχιτέκτονας, ο οποίος έζησε τον 5ο αιώνα π.Χ.. Γεννήθηκε γύρω στο 490 π.Χ. και πέθανε το 430 π.Χ.. Θεωρείται ο μεγαλύτερος γλύπτης της κλασικής Ελλάδας. Ως κορυφαία έργα του, ανάμεσα σε πολλά άλλα ονομαστά, ξεχωρίζουν αφενός το υπερμέγεθες χρυσελεφάντινο άγαλμα του θεού Δία, στον ομώνυμο ναό στην Ολυμπία, όσο και αφετέρου το τεράστιο άγαλμα της θεάς Αθηνάς στον Παρθενώνα. Και τα δύο αυτά αγάλματα ήταν φτιαγμένα με πολύτιμα υλικά, δηλαδή από ελεφαντόδοντο και χρυσό και θεωρούνταν κορυφαία στην αρχαία Ελλάδα.
Στην ακμή της δόξας του διορίστηκε από τον Περικλή, γενικός επόπτης των έργων, που γίνονταν στην Ακρόπολη. Του ανατέθηκε ιδιαίτερα η επιστασία κι η διακόσμηση του Παρθενώνα. Πολλά από τα γλυπτά στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης και τον Παρθενώνα φτιάχτηκαν ασφαλώς από τα δικά του χέρια, αλλά επίσης και όσα από τα υπόλοιπα έργα φτιάχτηκαν από μαθητές του, έφεραν το αποτύπωμα του πνεύματος και της απαράμιλλης τεχνικής του.
Ο Φειδίας σε όλη την καλλιτεχνική διαδρομή του έφτιαξε κάμποσα αγάλματα της θεάς Αθηνάς: Το πρώτο ήταν στην Πελλήνη της Κορινθίας. Σύμφωνα με τον Παυσανία, στο ναό της Αθηνάς υπήρχε χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς, νεανικό έργο του Φειδία. Άλλο ένα υπήρχε στις Πλαταιές. Το μεγαλύτερο όμως ήταν αυτό, που έφτιαξε στον Παρθενώνα. Ειδικότερα στην Ακρόπολη, ο Φειδίας κατασκεύασε τρία (3) αγάλματα της θεάς Αθηνάς. Την Αθηνά Παρθένο, το χρυσελεφάντινο δηλαδή άγαλμα, το οποίο βρισκόταν μέσα στον ναό του Παρθενώνα, την Αθηνά Πρόμαχο, ένα κολοσσιαίο χάλκινο άγαλμα, το οποίο βρισκόταν ανάμεσα στο Ερέχθειο και τα Προπύλαια και τέλος, την Λημνία Αθηνά, ένα άγαλμα από ορείχαλκο (μπρούτζο), που βρισκόταν στα Προπύλαια.

Ο Παυσανίας γεννήθηκε γύρω στο 110 μ.Χ., στη Μαγνησία του Έρμου, στη Μικρά Ασία, και πέθανε το 180 μ.Χ.. Υπήρξε γεωγράφος και περιηγητής. Το πιο γνωστό και σημαντικότερο για εμάς έργο του είναι το “Ελλάδος Περιήγησις”. Ο Παυσανίας σε αυτό το εκτενές έργο του καταγράφει την περιήγηση του σε ένα τμήμα της Βόρειας Ελλάδας και στη Πελοπόννησο. Περιγράφει την αρχαία Ελλάδα με μαρτυρίες από πρώτο χέρι και αποτελεί το μόνο σοβαρό σημείο σύνδεσης μεταξύ της κλασσικής φιλολογίας και της σύγχρονης αρχαιολογίας.
Ο Sir Τζέϊμς Φρέϊζερ (01.01.1854 – 07.05.1941), μέλος της Βασιλικής Εταιρείας του Εδιμβούργου, ο οποίος έκανε μια από τις πολλές αγγλικές μεταφράσεις τους έργου του, προσφυώς έγραψε για τον Παυσανία ότι, “………… χωρίς αυτόν τα ερείπια της Ελλάδας θα ήταν, ως επί το πλείστον, ένας λαβύρινθος, χωρίς ενδείξεις, ένα αίνιγμα, χωρίς απάντηση …”
[1.28.2] ………. χωρὶς δὲ ἢ ὅσα κατέλεξα ……….. δύο δὲ ἄλλα ἐστὶν ἀναθήματα, Περικλῆς ὁ Ξανθίππου καὶ τῶν ἔργων τῶν Φειδίου θέας μάλιστα ἄξιον Ἀθηνᾶς ἄγαλμα ἀπὸ τῶν ἀναθέντων καλουμένης Λημνίας. ……………………………………..
[1.28.2] ………..Εκτός απ’ όσα ανέφερα …………………. εκεί υπάρχουν δύο ακόμα αναθήματα, ο Περικλής του Ξανθίππου και το πιο αξιοθέατο από τα έργα του Φειδία, ένα άγαλμα της Αθηνάς, η οποία από αυτούς που την αφιέρωσαν αποκαλείται Λημνία.………………… (Παυσανίας – Βιβλίο 1 Αττικά)

Ο Άντολφ Φουρτβένγκλερ (γερμ. Adolf Furtwängler), γεννήθηκε στις 30 Ιουνίου 1853 στο Φραϊμπουργκ της Γερμανίας και πέθανε στις 10 Οκτωβρίου 1907 στην Αθήνα.
Έχει ταφεί στο προτεσταντικό τμήμα του πρώτου (Α’) Νεκροταφείου Αθηνών.

Ήταν ανθρωπολόγος, αρχαιολόγος και ιστορικός της τέχνης. Περίπου στα 1874, ήρθε στην Ελλάδα, ως υπότροφος και συμμετείχε στις ανασκαφές στην Αρχαία Ολυμπία, στην Αίγινα και τις Μυκήνες.
Δημοσίευσε σημαντικές μελέτες σχετικά με την αρχαία ελληνική γλυπτική και αγγειογραφία. Το σύγγραμμά του “Meisterwerke der griechischen Plastik“ αποτελεί, έως και τις ημέρες μας, βασικό έργο για την συλλογή των ελληνικών έργων τέχνης. Το σύγγραμμά του αυτό έχει μεταφραστεί και έχει κυκλοφορήσει σε πολλές γλώσσες.
Η Λημνία Αθηνά ή αλλιώς η Αθηνά της Λήμνου είναι ένα, χαμένο σήμερα, άγαλμα του Φειδία και σύμφωνα και με τον Παυσανία, ο οποίος, κατά τις Περιηγήσεις του στην Αττική, το είδε επάνω στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης και το περιέγραψε, ως αριστούργημα της γλυπτικής τέχνης του Φειδία, αλλά και όλης της Αρχαίας Ελλάδας, κατασκευάστηκε από ορείχαλκο (μπρούτζο) και πρέπει να φιλοτεχνήθηκε από τον Φειδία στο δεύτερο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα.
Η Λήμνος καταλήφθηκε (για δεύτερη φορά) από τον Περσικό στόλο το 511 π.χ.. Το νησί παρέμεινε υπό την (δεύτερη αυτή) περσική κατοχή μέχρι και το έτος 479 π.Χ.. Τη χρονιά εκείνη ο Αθηναϊκός στόλος συνέτριψε (έκαψε σχεδόν ολοκληρωτικά) τον Περσικό, στη περιώνυμη Ναυμαχία/Μάχη στο ακρωτήριο της Μυκάλης, στις ακτές της Ιωνίας, απέναντι από τη Σάμο.

Οι Αθηναίοι, στη συνέχεια, εγκατέστησαν στο νησί της Λήμνου ένα μεγάλο αριθμό εποίκων (κληρούχων), καθώς επίσης και Αθηναϊκή στρατιωτική φρουρά. Οι κληρούχοι προέρχονταν κυρίως από τις πιο φτωχές τάξεις – ήταν θήτες ή ζευγίτες – και διατηρούσαν την ιδιότητα του Αθηναίου πολίτη. Τους δόθηκαν αγροτικές εκτάσεις στο νησί, τις οποίες εκμεταλλεύονταν και παράλληλα είχαν υπό τον έλεγχό τους τον ντόπιο πληθυσμό, που περιέπεσε σε καθεστώς υποτέλειας. Κατά την εποχή αυτή συγκροτήθηκαν στο νησί της Λήμνου δύο δήμοι, της Μύρινας και της Ηφαιστίας, γι’ αυτό η Λήμνος συχνά αναφέρεται και ως “Δίπολις”.
Πιθανολογείται ότι, οι Αθηναίοι κληρούχοι της Λήμνου, έχοντας σκοπό να εκφράσουν έμπρακτα την ευγνωμοσύνη τους προς τη Μητρόπολη – πόλη των Αθηνών – για την οικονομική ενίσχυση, με την οποία τους στήριξε το 447 π.Χ. και με τον τρόπο αυτό ισχυροποιήθηκε η Αθηναϊκή αποικία της Λήμνου, παρήγγειλαν στον καλύτερο γλύπτη της εποχής τους, τον Φειδία, ένα άγαλμα της θεάς Αθηνάς, πολιούχου της μητρόπολης, το οποίο τοποθετήθηκε στα Προπύλαια του Ιερού Βράχου της Ακρόπολης. Είναι άγνωστη η τύχη αυτού του αγάλματος, το οποίο βέβαια, όπως προαναφέρθηκε, το είδε με τα μάτια του και το περιέγραψε ο Παυσανίας, σχεδόν επτά αιώνες μετά, κατά τις Περιηγήσεις του στην Αττική. Ο Λουκιανός, ο Ιμέριος, ο Παυσανίας, αλλά και άλλοι συγγραφείς της αρχαιότητας έχουν περιγράψει με μεγάλο θαυμασμό το άγαλμα αυτό.
Ο Φουρτβένγκλερ, επειδή σώζονταν αρκετά αρχαία, τόσο λίθινα, όσο και μαρμάρινα αντίγραφα του έργου αυτού, επιχείρησε, βάσει των αντιγράφων αυτών, να αποκαταστήσει, σε μεγάλο βαθμό, την αρχική μορφή του έργου του Φειδία, δηλαδή το άγαλμα της Λημνίας Αθηνάς. Η προσπάθεια αυτή του Φουρτβένγκλερ, καθώς και η ταύτιση με δυο όμοια αγάλματα, τα οποία προήλθαν από συναρμολόγηση θραυσμάτων ρωμαϊκών αντιγράφων, την οποία έκανε ο ίδιος το 1891, δεν έχει γίνει αποδεκτή από τους άλλους ειδικούς.
Το δημιούργημα της αποκατάστασης του αγάλματος της Λημνίας Αθηνάς από τον Φουρτβένγκλερ, βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο της Δρέσδης, στη Γερμανία (φωτογραφία που ακολουθεί), ενώ ένα γύψινο αντίγραφο από μαρμάρινη ρωμαϊκή κεφαλή (αντίγραφο της κεφαλής του ίδιου αγάλματος) βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο της Μπολόνια, στην Ιταλία.

Περισσότερα για την περιγραφή του αγάλματος της Λημνίας Αθηνάς, αλλά και για την αποκατάστασή του από τον Adolf Furtwängler, μπορείτε να βρείτε στο σύνδεσμο : https://el.wikipedia.org › wiki › Αθηνά_της_Λήμνου.