05 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2024

Τσας. Φέρεται ως λέξη ρωσικής προέλευσης. Σημαίνει “η στάση”. Το 1950 ο παπά-Αγγελής Μιχέλης, ο ιερωμένος, ο φωτισμένος δάσκαλος και πρωτοπόρος λαογράφος της Λήμνου, δημοσίευσε ένα μέρος από τις μελέτες και συλλογές του σε ένα μικρό βιβλίο 60 σελίδων με τίτλο: «Λημνιακή Λαογραφία». Στο τρίτο μέρος του μικρού αυτού βιβλίου, στις σελίδες 35 – 47, περιλαμβάνεται η «Ονομασία και ιστορία όλων των χωρίων της νήσου Λήμνου κατά την λαϊκήν παράδοσιν» (Πηγή : Θεόδωρος Μπελίτσος – The strange quark: Καταφύγιο λόγου: Παπά-Αγγελής Μιχέλης)
Η “ντάπια“, είναι τουρκική λέξη, αραβικής προέλευσης (ta’bya). Στα Ελληνικά σημαίνει “ο προμαχώνας”.

Όταν οι αδελφοί Αλέξιος και Θεόδωρος Ορλώφ, μαζί με το ρωσικό στόλο, κατέπλευσαν στη Λήμνο, εγκαταστάθηκαν στο λιμάνι του Μούδρου. Εκεί έφτιαξαν και το στρατόπεδό τους και το χρησιμοποίησαν ως ορμητήριο. Η επιλογή ήταν προφανής. Η γεωφυσική τοποθεσία και ο προσανατολισμός του λιμανιού, στα Ν.Α. του νησιού της Λήμνου, σε συνδυασμό με το μέγεθος και το επαρκές βάθος του, το καθιστούν, μέχρι και σήμερα, ασφαλές καθ΄ όλη τη διάρκεια του έτους. Προστατευμένο από κακές καιρικές συνθήκες, έχει ακόμη το πλεονέκτημα να απέχει μόλις 50 ναυτικά μίλια από την έξοδο των Στενών των Δαρδανελλίων.

Δεν πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα και το νησί περιήλθε στα ρωσικά χέρια, εκτός από την πόλη του Κάστρου, δηλαδή τη Μύρινα, όπου οι Τούρκοι, οχυρωμένοι στο Παλαιόκαστρο, προέβαλαν σθεναρή άμυνα και δεν παραδίδονταν. Δυο φρεγάτες και μια γαλιότα, ελαφρύ και γρήγορο πολεμικό πλοίο, ιστιοφόρο και κωπήλατο, με ένα κατάρτι και εξοπλισμένο με μυδροβόλο (δηλαδή πολεμικό πυροβόλο όπλο), απέκλεισαν από την πλευρά της θάλασσας την πόλη του Κάστρου. Μάλιστα, ο διοικητής της δεύτερης ρωσικής μοίρας, Τζων Έλφινστοουν, επιτηρούσε με τα πλοία του τη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Ίμβρου και Τενέδου, ώστε οι πολιορκημένοι Οθωμανοί να μην δεχθούν βοήθεια από πλοία, που θα κατέπλεαν από τα Στενά των Δαρδανελλίων.

Ο ρωσικός στρατός, ολιγάριθμος και ενισχυμένος από λιγοστούς Έλληνες και Σκλαβούνους (Σλοβένους μισθοφόρους από τη Δαλματία), προσπαθούσαν ανεπιτυχώς, επί τρεις περίπου μήνες, να εκπορθήσουν το Κάστρο. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας αυτής, Ρώσοι αξιωματικοί του πυροβολικού κατασκεύασαν, σε ένα ύψωμα απέναντι από το Κάστρο, ένα οχυρωματικό έργο, στο οποίο εγκατέστησαν πυροβόλα, τα οποία μετέφεραν από το Μούδρο. Πρόκειται για την “Ντάπια”, οχυρωματική θέση στην κορυφή του λόφου, που δεσπόζει στο προάστιο, το οποίο πήρε και το όνομά του, από τα ρώσικα, δηλαδή “Τσας” και η οποία σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση, μέχρι και σήμερα. Είναι μια απλή, αλλά ισχυρή κυκλική κατασκευή διαμέτρου 11 μέτρων.

Από το οχυρωματικό αυτό έργο των Ρώσων του 1770, δηλαδή από το Τσας, πήρε το όνομά της ολόκληρη η συνοικία στους πρόποδες του λόφου, εκεί όπου μπορεί κανείς να δει και τον ναό της Παναγίας, κατασκευής του 1857. Ένα λιθόστρωτο μονοπάτι οδηγεί σήμερα στο οχυρό Τσας, δηλαδή στη Ντάπια, όπου οι επισκέπτες μπορούν να θαυμάσουν, τόσο την κατασκευή, όσο και τη θέα στη γύρω περιοχή, ακόμη και τη Χερσόνησο του Άθω, όταν η ατμόσφαιρα είναι διαυγής και ο καιρός το επιτρέπει.

Το Τσας, αποτελούσε, τα παλαιότερα χρόνια, συνοικία των Λημνιών πλοιοκτητών. Η εποχή κατά την οποία συγκροτήθηκε η συνοικία δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί. Πάντως, δεν πρέπει να είναι αρχαιότερη των αρχών του 19ου αιώνα. Οι περιηγητές δεν την αναφέρουν έως και το 1858, τότε που ο Γερμανός αρχαιολόγος Conze έγραψε ότι, το Τζάσι ήταν τμήμα της πρωτεύουσας, αλλά ξεχωριστή περιοχή από το Βαρούσι, όπως ονομαζόταν το τμήμα ακριβώς δίπλα στο κάστρο. Οι συνοικίες της πόλης του Κάστρου (Μύρινας) ήταν τρείς. Το Ανδρώνι, το Βαρούσι και το Τσας. Στα κοινοτικά έγγραφα άλλοτε αναφέρεται ως Τσας (επιστολή του 1849 προς τον διδάσκαλον Ευστράτιον εις Τσας) κι άλλοτε ως Τσάση (η) (1848: Σχολή Βαρουσίου, Τσάσης και Ανδρωνίου). Σπανιότερα αναφέρονται οι τύποι: “Τσάσι” και “Τζάσι”.

Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του έτους 1770, ο αποκλεισμός του Παλαιόκαστρου από τους Ρώσους και τους άλλους συμπολεμιστές τους έγινε ασφυκτικός για τους Τούρκους. Ο φρούραρχος του Κάστρου ξεκίνησε τις διαπραγματεύσεις με τους πολιορκητές, επειδή πλέον η έλλειψη πολεμοφοδίων, τροφής και νερού ήταν αδύνατον να καλυφθεί. Περιέργως, ενώ τα λημνιακά στρατιωτικά τμήματα επέμεναν να πραγματοποιηθεί τελική έφοδος από μεγάλο ρήγμα, το οποίο είχε δημιουργηθεί στην οχύρωση του Κάστρου, από τις βολές των ρωσικών πυροβόλων, εντούτοις ο Αλέξιος Ορλώφ τους εμπόδισε και συμφώνησε με τους Τούρκους, να παραδώσουν το Κάστρο μετά από 8 ημέρες. Στο διάστημα των ημερών αυτών ο Χασάν – πασά Τζεζάερλη, διέπλευσε ανενόχλητος τα Δαρδανέλλια και αποβιβάστηκε με 4.000 άνδρες, στη θέση “Νεβγάτη”. Οι άνδρες του, οι οποίοι ως οπλισμό έφεραν μόνο μια πιστόλα και ένα εγχειρίδιο, με μια αστραπιαία έφοδο, το πρωϊ της 9ης Οκτωβρίου 1770, κατέλαβαν “εξ απήνης” τους Ρώσους πολιορκητές, που στρατοπέδευαν στα υψώματα του χωριού Πλατύ, έξω από την πόλη του Κάστρου. Η σύγκρουση κράτησε μισή ώρα περίπου. Οι υπέρτερες στρατιωτικές δυνάμεις των Τούρκων, σε συνδυασμό με τον αιφνιδιασμό, που υπέστησαν οι Ρώσοι και τα φίλια σε αυτούς στρατεύματα, τους υποχρέωσαν να επιβιβαστούν στα πλοία τους, που ναυλοχούσαν στο λιμάνι της Μύρινας και να αποπλεύσουν “κακήν κακώς” για τη βάση τους, στο Μούδρο.
Δύο ημέρες αργότερα, το πρωϊνό της 11ης Οκτωβρίου 1770, ο Χασάν – πασά Τζεζάερλη με 800 Τούρκους πολεμιστές, αφού διέσχισε ανενόχλητος το νησί της Λήμνου, επιτέθηκε στο στρατόπεδο των Ρώσων, στο Μούδρο. Περίπου 250 ρώσοι στρατιώτες είχαν αφεθεί να το φυλάνε, με σκοπό να αναχαιτίσουν τους Τούρκους. Η μάχη γρήγορα εξελίχθηκε σε συμπλοκή “εκ του συστάδην”. Σύμφωνα με όσα έχει καταγράψει ο πρωτοπόρος ερευνητής και ιστορικός της Λήμνου, Αργύριος Μοσχίδης, στις μάχες που έλαβαν χώρα επάνω στη Λήμνο, σκοτώθηκαν συνολικά 400 Ρώσοι και 100 Έλληνες (Λημνιοί).
Ύστερα από λίγες ημέρες (στις 15 Οκτωβρίου 1770) ο Αλέξιος Ορλώφ, αφού επιβιβάστηκε επί της ταχύτατης φρεγάτας του και παρά τις παρακλήσεις από πλευράς των Λημνιών προκρίτων και αρχόντων, απέπλευσε για το Λιβόρνο της Ιταλίας. Ο ρωσικός στόλος έφυγε για την Πάρο, όπου και παρέμεινε για να ξεχειμωνιάσει και ουδεμία άλλη ενέργεια έκανε σε βάρος των Τούρκων, μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774).
Η μοίρα των Λημνιών, μετά την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων και του στόλου των Ορλώφ, υπήρξε τραγική. Οι Τούρκοι, με πρωτοφανή λύσσα, επέπεσαν στα χριστιανικά σπίτια και τις περιουσίες των Ελλήνων. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις, που διασώζονται, διεπράχθησαν ακατονόμαστα όργια σε βάρος όλων των χριστιανών κατοίκων του νησιού. Σφαγιάστηκαν, χωρίς οίκτο, 300 Λημνιοί πρόκριτοι. Απαγχονίστηκε, στη ξύλινη γέφυρα μπροστά στον καθεδρικό ναού του νησιού, ο μεγάλος δάσκαλος και ιερομόναχος Κοσμάς ο Λήμνιος. Γκρεμίστηκε πλήρως ο καθεδρικός ναός της Αγίας Τριάδας, την οποία είχε ιδρύσει ο Μητροπολίτης Λήμνου Ιωαννίκιος (1707 – 1735) και πολλά – πολλά άλλα αποτρόπαια.
Σύμφωνα με γνώμες αρκετών μελετητών της Ιστορίας, οι Ορλώφ με τα ρωσικά στρατεύματα και τον στόλο τους, δεν ήρθαν στην Ελλάδα, ως ελευθερωτές. Στα 1770 οι Ρώσοι είχαν ως στόχο την Κριμαία. Οι Ορλώφ δεν εμφανίστηκαν στο Αρχιπέλαγος, παρά για να κάνουν αντιπερισπασμό, κρατώντας εδώ τους Τούρκους, για να αδυνατίσει ο στρατός τους στην πλευρά της Μαύρης Θάλασσας.
Ο ιστορικός Γεώργιος Ρούσος γράφει : “Ο Ορλώφ πήρε το στόλο του και έφυγε, όταν η εκστρατεία απέτυχε. Η αιτία θα πρέπει να αναζητηθεί στα πλαίσια της παλινδρομικής και παλίμβουλης ρωσικής πολιτικής υπέρ ή και κατά του Ελληνικού Γένους (Γεωργίου Ρούσου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Αθήνα 1975, Τόμος Ι’, σελ. 126 ΚΑΙ Αθ. Υψηλάντη, Τα μετά την Άλωσιν, Κωνσταντινούπολις 1870, σελ. 467).
Θα κλείσω το άρθρο τούτο με τα λόγια του Ιρλανδού συγγραφέα George Bernard Shaw : “Αν η ιστορία επαναλαμβάνεται και το απροσδόκητο πάντα συμβαίνει, πόσο ανεπίδεκτος μαθήσεως από την εμπειρία είναι ο άνθρωπος ;“
Πηγές
Αργύριου Μ. Μοσχίδη, Η ΛΗΜΝΟΣ, Αλεξάνδρεια 1907.
Τάσου Δ. Καψιδέλη, Η ΛΗΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ 1821, Αθήνα 1986.
Τουρπτσόγλου-Στεφανίδου Βασιλική, «Ταξιδιωτικά και γεωγραφικά κείμενα για τη νήσο Λήμνο (15ος-20ος αιώνας)», Θεσσαλονίκη 1986.
Cdrom Επαρχείου Λήμνου: “Λήμνος αγαπημένη”.
Θ. Μπελίτσου, Η Λήμνος και τα χωριά της, 1994.
Θ. Μπελίτσου, Ιστορικό οδοιπορικό στη Λήμνο: Μύρινα (Βαρούσι, Ανδρόνι, Τσας), εφ. Λήμνος, φ. 459 (12-1-2007).