In memoriam Τριαντάφυλλου Ι. Τζουρά (Λήμνος 1793 – Αθήνα 1847)

02 ΜΑΡΤΙΟΥ 2024

Ένα από τα λιγότερο διαδεδομένα ιστορικά ζητήματα, που σχετίζονται με τη μακραίωνη διαδρομή του νησιού της Λήμνου, είναι αυτό της συμμετοχής των Λημνιών στον ξεσηκωμό του Γένους ενάντια στους Τούρκους και την άμεση εμπλοκή τους στις πολεμικές επιχειρήσεις της επανάστασης του 1821, αλλά και των χρόνων που ακολούθησαν.

Στα πλαίσια του παρόντος άρθρου θα ήταν αδύνατον να αναφερθούμε σε όλους αυτούς, που από το ξέσπασμα της επανάστασης, με γενναιότητα και χωρίς κανένα δισταγμό, ρίχτηκαν στις φλόγες των μαχών, σε στεριά και θάλασσα. Χωρίς καμία διάθεση να απομειωθεί η προσφορά των υπολοίπων Λημνιών αγωνιστών, των οποίων οι θυσίες και ο αγώνας υπήρξαν επίσης πολύ σημαντικά, στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε τη μεγαλύτερη και σημαντικότερη στρατιωτική μορφή, την οποία ανέδειξε η Λήμνος, κατά τα χρόνια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821.

Νικόλαος Σπηλιάδης, Ελαιογραφία από τη Συλλογή Η. Κόνδη – Πηγή : Βιβλιοθήκη ΙΝΕ/ΕΙΕ

Ο Τριαντάφυλλος Ι. Τζουράς έχει καταγραφεί στο Αρχείο Αγωνιστών του ’21  με Αριθμό Μητρώου 133.

Ο Νικόλαος Σπηλιάδης (Τριπολιτσά 1785 – Ναύπλιο 1862), ο αυθεντικότερος ιστορικός της Επανάστασης του ’21, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, πρωτεργάτης και πολεμιστής και ο ίδιος στον αγώνα του 1821, αλλά και συγγραφέας και πολιτικός της νεοσύστατης τότε Ελλάδας, Γραμματέας της Επικρατείας στη κυβέρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια, έγραψε για τον Λημνιό αγωνιστή Τριαντάφυλλο Ι. Τζουρά :

“Ήτο ανδρείος, αγχίνους και καθ’ όλα Έλλην”.

“Αγχίνους”, σύνθετη αρχαιοελληνική λέξη, που σχηματίζεται από το επίρρημα “άγχι” (= γρήγορα) και το ουσιαστικό “νούς” (= μυαλό), δηλαδή εύστροφος – ταχύτατος στη σκέψη, όπως θα λέγαμε σήμερα. Αυτό το χαρακτηριστικό του, όπως καταγράφηκε ιστορικά από τον Νικόλαο Σπηλιάδη, αιτιολογεί ασφαλώς και την αξιομνημόνευτη πολεμική δράση του στα πεδία των μαχών.

Η πολεμική δράση του λοιπόν, η οποία σε πολλές περιπτώσεις υπερέβαινε τα όρια της ανθρώπινης τόλμης και παλληκαριάς, προσέθεσε λαμπρές σελίδες στην “ιστορική βίβλο” της Λήμνου. Τραυματίστηκε έξι (6) φορές στα πεδία των μαχών, στα οποία κάθε φορά με τη συμμετοχή του λάμπρυνε την εικόνα του αγωνιστή και του ανθρώπου, που έδινε τα πάντα για τη λευτεριά του Γένους και τη δημιουργία μιας νέας Ελλάδας.

Εγκατέλειψε τα πάντα στο νησί της Λήμνου, όπου γεννήθηκε και ανδρώθηκε και σε ηλικία μόλις 28 χρονών, τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1821, πήρε μέρος στις καταδρομικές ναυτικές επιχειρήσεις των Ψαριανών κοντά στον Άθωνα. Συμμετείχε στις επιχειρήσεις αυτές με Λημνιώτικα καράβια, έχοντας υπό τις οδηγίες του 85 Λημνιούς αγωνιστές, τους οποίους μάλιστα πλήρωνε (μισθοτροφοδοτούσε) από δικά του χρήματα.

Μάχη στα στενά των Δερβενακίων (πίνακας του Θ. Βρυζάκη)

Τον Σεπτέμβριο του 1821 είναι ήδη στην Πελοπόννησο, υπό τις διαταγές του Δημητρίου Υψηλάντη. Συμμετέχει στις μάχες γύρω από την πόλη της Τρίπολης. Μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, μαζί με τους χρηματοδοτούμενους από τον ίδιο άντρες του, πήρε μέρος στην άτυχη εκστρατεία του Ολύμπου. Στη συνέχεια, πολεμά δίπλα στον Οδυσσέα Ανδρούτσο, στην προσπάθειά των ελληνικών στρατευμάτων να ανακόψουν την κάθοδο του Μαχμούτ – Πασά Δράμαλη προς την Πελοπόννησο.

Τον Ιούλιο του 1822 βρίσκεται πάλι στο πλευρό του Δημητρίου Υψηλάντη, στην Πελοπόννησο, όπου μάχεται ενάντια στις ορδές του Δράμαλη, μέχρι την ιστορική μάχη στα Δερβενάκια, όπου αναδεικνύεται η στρατιωτική μεγαλοφυϊα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, δίπλα στον οποίο πολέμησαν ονομαστοί οπλαρχηγοί του αγώνα, όπως ο Παπαφλέσσας και ο Νικηταράς, ο οποίος έλαβε το προσωνύμιο “Τουρκοφάγος”.

Προτομή του Васо Брајовић Ποντγκόριτσα – Μαυροβούνιο

Σε ηλικία 30 ετών και κατά τη διάρκεια του πρώτου εμφυλίου πολέμου, στα 1823 – 1824, στην καταστολή της ανταρσίας των Πελοποννήσιων προκρίτων και της στρατιωτικής φατρίας του Κολοκοτρώνη, κατέβηκε στην Ύδρα, όπου με 200 στρατιώτες ανέλαβε την υπεράσπιση του νησιού. Εκεί γνωρίστηκε και συνδέθηκε στενά με τον στρατηγό Βάσο Μαυροβουνιώτη (Βάσο Μπράγιοβιτς – Васо Брајовић), σπουδαίο πολέμαρχο, με καταγωγή από το Μαυροβούνιο και εντάχθηκε στο στρατιωτικό σώμα του.

Υπό τις διαταγές του Μαυροβουνιώτη, τον Νοέμβριο του 1824, οδηγώντας στρατιωτική μονάδα χιλίων ανδρών (χιλιαρχία) του ασθενούντα Δημητρίου Κριεζή, πολέμησε με απερίγραπτη γενναιότητα σε βάρος πολλαπλάσιων αντιπάλων και τραυματίστηκε βαριά στον δεξί ώμο του. Στη μάχη αυτή αναδείχθηκε, πέρα από την τόλμη και τη γενναιότητά του, η πολεμική του εμπειρία και η οξύνοιά του, ως αξιωματικού – διοικητή μεγάλης στρατιωτικής μονάδας και για το λόγο αυτό ο Λημνιός αγωνιστής, μόλις σε ηλικία 31 ετών, με απόφαση της Ελληνικής Κυβέρνησης, στις 23-12-1824, προβιβάστηκε στον βαθμό του Χιλίαρχου.

Λίγο αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1825, συμμετέχει, ως Χιλίαρχος πλέον και Υπαρχηγός του Βάσου Μαυροβουνιώτη, στις μάχες στα Κρεμμύδια και το Νεόκαστρο (την Πύλο) της Μεσσηνίας, εναντίον του Ιμπραήμ και των Αιγυπτιακών στρατευμάτων του, που εν τω μεταξύ είχαν αποβιβαστεί στην Πελοπόννησο και την κατέστρεφαν, από όπου και εάν περνούσαν.

Τον Μάρτιο του 1826 συμμετέχει στην ιστορικά “δυσαν-άγνωστη”, αλλά και αποτυχημένη εκστρατεία ελληνικών στρατευμάτων στο Λίβανο, μετά απ’ την πρόσκληση του Εμίρη του Λιβάνου Μπεσίρ, με σκοπό την απελευθέρωση του Λιβάνου και της Κύπρου από τον οθωμανικό ζυγό.

Το κάστρο Καστέλο Ρόσσο ή Κοκκινόκαστρο της Καρύστου (φωτογραφία : Φρούριο Καρύστου – Ελληνικά Κάστρα)

Aφού επέστρεψαν, μαζί με τους Μαυροβουνιώτη και Κριεζώτη, αποβιβάστηκαν στη Εύβοια. Εκεί, στην Κάρυστο, πολεμώντας ηρωϊκά, έσωσαν από βέβαιη αιχμαλωσία και από την στρατιωτική καταστροφή τον Γάλλο Συνταγματάρχη Φαβιέρο, που είχε εμπλακεί στην πολιορκία του Κάστρου της πόλης αυτής, τον Φεβρουάριο και Μάρτιο του έτους 1826.

Μαζί με τον Βάσο Μαυροβουνιώτη πολέμησε στις μάχες που διεξήχθησαν στο Καπανδρίτι, στην Ελευσίνα και στο Χαϊδάρι της Αττικής, το έτος 1826. Η μόνη ελληνική στρατιωτική δύναμη στην περιοχή της Αττικής ήταν το σώμα (Χιλιαρχία) του Βάσου, που είχε στρατόπεδο στην Ελευσίνα.

Στις 10 Οκτωβρίου 1826 ανέβηκε στην Ακρόπολη των Αθηνών, μαζί με τον Νικόλαο Κριεζώτη και άλλους αγωνιστές, όπου παρέμεινε μέχρι και τις αρχές Ιουνίου του 1827. Είναι η πιο λαμπρή περίοδος της ζωής και της πολεμικής δράσης του Τριαντάφυλλου Τζουρά, μιας και οι ανδραγαθίες του, τόσο στο χώρο του φρουρίου της Ακροπόλεως, αλλά και στο χώρο πέριξ αυτής, έκαναν τους λοιπούς πολιορκούμενους συναγωνιστές του να αντιληφθούν το μεγαλείο της ανδρειοσύνης του.

Η πολιορκία της Ακρόπολης το 1827 – Πίνακας του Παναγιώτη Ζωγράφου υπό την καθοδήγηση του Μακρυγιάννη

Τον συναντάμε στις περιγραφές του Μακρυγιάννη, όταν αναφέρεται στην εικόνα :  Πολιορκία Αθηνών κατά το 1827.

“….. 10. Απ’ έξω από τον Σερπετζέ ο Μακρυγιάννης με το σώμα του και επληγώθη έμπροσθεν εις τον λαιμόν και εις το κεφάλι (επειδή εις την ιδίαν θέσιν ήτον τα λαγούμια των Ελλήνων και των Τούρκων).

11. Η θέσις του Γκούρα, οπού και εσκοτώθη.

12. Εμβήκεν δεύτερον μιντάντ Έλληνικόν ο Ν. Γκριζιώτης, ο Μαμούρης, ο Μητρολέκκας, Τριαντάφυλλος Τζουράς, Τόλιας και Ντεληγιώργης έως 200 άνθρωποι.………………………………….”.

Τον Νοέμβριο του 1827 ο Λημνιός αγωνιστής, με τους άνδρες του έλαβε μέρος την εκστρατεία της Ανατολικής Ελλάδας – Εύβοιας, μαζί και με τους άλλους οπλαρχηγούς, Βάσο, Κριεζώτη, Καρατάσο κ.α.. Στη σημαντική μάχη των Τρικέρων θριάμβευσε, γι αυτό το λόγο ο Τοποτηρητής της εκστρατείας στην Εύβοια, Αδάμ Δούκας, γράφει προς τον Καποδίστρια τα ακόλουθα :

“Χρεωστώ να συστήσω εις την εύνοιαν της εξοχότητός σας ένα αξιωματικόν του Βάσου, τον Τριαντάφυλλον Τζουρά, λήμνιον. Είναι πλήρης ανδρείας και πατριωτισμού και καλού πνεύματος“.

Τον Σεπτέμβριο του 1828 προήχθη σε “πεντακοσίαρχο” (Πηγή : Γ.Α.Κ. Γεν. Γραμμ. Φ. 7).

Τον Ιανουάριο του 1829 έλαβε μέρος και θριάμβευσε στη Μάχη του Μαρτίνου Βοιωτίας

Ήταν 37 χρονών, όταν τον Φεβρουάριο του 1830, μετά τη διάλυση των Χιλιαρχιών και τη δημιουργία τακτικού στρατού, ο Τριαντάφυλλος Τζουράς ονομάστηκε Ταγματάρχης του ΙΒ’ Τάγματος (Ν. Κασομούλη, Ενθυμήματα, Τόμος Γ’ σελ. 305).

Και τα επόμενα χρόνια η στρατιωτική δράση του παραμένει πολύπλευρη και θριαμβευτική. Από το 1833 – 1835 υπηρέτησε στο στρατό του Όθωνα. Από τον Φεβρουάριο του 1836 έως και τον Οκτώβριο του 1837, με τον βαθμό του Ταγματάρχη, υπηρέτησε και πολέμησε στο 1ο Τάγμα Οροφυλακής, στο Σώμα Φθιώτιδας του Βάσου Μαυροβουνιώτη. Αποστολή του ήταν η δίωξη της ληστείας, η εμπέδωση της ασφάλειας στη Φθιώτιδα και η φύλαξη των γύρω παραμεθόριων περιοχών, με έδρα το Γαρδίκι Φθιώτιδας. Προβιβάστηκε, το έτος 1843, στο βαθμό του Αντισυνταγματάρχη. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους έλαβε την τιμητική διάκριση του “Πληρεξουσίου” του Στρατού Ανατολικής Ελλάδος.

Ο Τριαντάφυλλος Τζουράς, πέθανε το έτος 1847, στην Αθήνα, σε ηλικία 54 ετών. Για τις πολλαπλές υπηρεσίες του προς την Πατρίδα και για το γεγονός ότι αφιέρωσε τη ζωή του στον αγώνα για την ελευθερία της, τον Φεβρουάριο του 1836 είχε παρασημοφορηθεί από τον Όθωνα, με το αργυρό παράσημο ανδρείας, τον “αργυρούν σταυρόν”.

Τον Απρίλιο του ίδιου έτους (1836) είχε ανακηρυχθεί Ιππότης του Χρυσού Σταυρού του Τάγματος του Σωτήρος. Ήταν η μεγαλύτερη τιμητική διάκριση για Έλληνα αξιωματικό. Το Τάγμα του Σωτήρος είναι ιεραρχικά, το ανώτερο Τάγμα Αριστείας της Ελληνικής Δημοκρατίας και παλαιότερα του Βασιλείου της Ελλάδος. Η δημιουργία του αποφασίστηκε το 1829, τον τελευταίο χρόνο της επανάστασης, από την Δ’ Εθνική Συνέλευση του Άργους, αλλά όμως συστάθηκε με το από 20 Μαϊου 1833 Β.Δ. “Περί συστάσεως Τάγματος Αριστείας δια το Βασίλειον της Ελλάδος” (ΦΕΚ 19/1833) και απονέμεται από το 1833. Πρώτος αρχηγός του Τάγματος αυτού ήταν ο Βασιλιάς Όθωνας της Ελλάδος (Πηγή : https://www.presidency.gr/tagmata-aristeias/tagma-sothros/).

Ο Τριαντάφυλλος Ι. Τζουράς ανήκει στη γενιά εκείνων των Ελλήνων, που όχι μόνον οραματίστηκε την ανεξαρτησία της Πατρίδας μας, αλλά αγωνίστηκε επί 26 ολόκληρα χρόνια, στην πρώτη γραμμή, για να πραγματοποιήσει το όραμά του. Μαχητής, ατρόμητος, αλύγιστος και ασυμβίβαστος αγωνιστής, πάντοτε τίμιος και ευσυνείδητος στο καθήκον του. Γνήσιος Λημνιός.

Πηγές

  • Τρύφων Μαραγκός, “Λημνιακά Τετράδια: Ο Λήμνιος αγωνιστής του ’21 Τριαντάφυλλος Τζουράς και το Αρχείο του”, Ιωλκός, Αθήνα 1981.
  • Τάσος Καψιδέλης, “Η ΛΗΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ 1821”, Έκδοση Συλλόγου Προς Διάδοσιν Ωφέλιμων Βιβλίων, Αθήνα 1986.

Posted

by