07 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2023
Θα ήθελα, από τη θέση αυτή, να ευχαριστήσω, ειλικρινά και με αισθήματα βαθιάς εκτίμησης, τον Λήμνιο φίλο μας, Νεκτάριο Χαραλάμπους Παλατιανό, όχι μόνο για την – προ πολλών ετών – φιλικότατη υποδοχή μου στο νησί της Λήμνου και την – μέχρι σήμερα – αμέριστη βοήθειά του, αλλά κυρίως για τις ιστορίες του τόπου του, τις οποίες μας έχει επικοινωνήσει, όταν επισκεπτόμαστε το ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ. Τελευταία μάλιστα, έχει υπάρξει εμπνευστής, αλλά και “τροφοδότης υλικού”, ώστε να διευρύνουμε και να εμβαθύνουμε τη σύνδεσή μας με το ένδοξο παρελθόν και το παρόν της ΛΗΜΝΟΥ ΜΑΣ.


Για το μέλλον της Λήμνου δίνει εκείνος, εδώ και χρόνια και από ό,ποια θέση και να βρίσκεται, τους δικούς του έντιμους και άοκνους αγώνες. (www.lemnosmas.gr › Team).
Ξεκινώντας την ανάγνωση αυτού του άρθρου, ο “ευφάνταστος” αναγνώστης του blog μας, θα μπορούσε ενδεχομένως να σκεφτεί ότι, είχα κατά νου να γράψω κάτι σχετικά με τις επερχόμενες (Κυριακή 08-10-2023) Δημοτικές και Περιφερειακές Εκλογές, παρασυρόμενος από τον τίτλο του. Όμως, όχι.
Και ίσως κάποιος άλλος, περισσότερο “ρεαλιστής”, να οδηγούνταν στη σκέψη ότι, ομοίως λόγω του τίτλου του, το άρθρο θα είχε να κάνει με την … “συσ- σώρευση ανόμοιων πραγμάτων, χωρίς οργανική σύνδεση, δηλαδή για τον σχηματισμό ενός συνόλου από ετερόκλητα ή ασυμβίβαστα μεταξύ τους στοιχεία”. Όμως, και πάλι όχι.
Χωρίς άλλα λόγια, θα μπω στην ουσία τους παρόντος άρθρου.
Η Λήμνος, από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι και τις μέρες μας, κατέχει έναν εξέχοντα ρόλο για τη ναυσιπλοϊα του Βορείου τμήματος του Αρχιπελάγους, αλλά ταυτόχρονα συνιστά – διαχρονικά – τον στρατηγικό τοποτηρητή της εισόδου στα Στενά του Ελλησπόντου και από εκεί στο Βόσπορο και τη Μαύρη Θάλασσα.
Τα γεωφυσικά και πλουτοπαραγωγικά πλεονεκτήματα της Λήμνου, όπως τα συνόψισε ο ρήτορας Δημοσθένης στον πρώτο Φιλιππικό του λόγο (Κατά Φιλίππου Α’ ), τον 4ο αιώνα π.Χ., δηλαδή η θέση, τα ασφαλή αγκυροβόλια και η πλούσια γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή της, καταφανώς δίνουν την απάντηση σε όσους μέσα στο πέρασμα των αιώνων ψάχνουν να βρουν και συνεχίζουν να αναρωτιούνται, ποια άραγε να είναι η αιτία για τους πολεμικούς αγώνες του παρελθόντος, αλλά και τις πρόσφατες ακόμη διαμάχες, όσων είχαν και έχουν συμφέροντα στο Βόρειο Αιγαίο και επέκεινα στους δρόμους για τον Εύξεινο Πόντο και παραπάνω.

ΔΙΑ ΤΗΝ Δ’ ΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΓΥΜΝΑΣΙΩΝ ΠΑΛΑΙΟΥ ΤΥΠΟΥ
ΚΑΙ ΤΗΝ Ε’ ΤΑΞΙΝ ΝΕΟΥ ΤΥΠΟΥ
Συγγραφέας: ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Εκδόσεις: ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ Τόπος εκδόσεως: ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ Έτος εκδόσεως: 1940
Μέσα στο πέρασμα των αιώνων οι κάτοικοι της Λήμνου, δεδομένης της έντονης ασχολίας τους με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και του πλούτου, που αυτή η ασχολία τους εξασφάλιζε, τόσο για την επιβίωσή τους, όσο και για την ανταλλαγή και εμπορία των παραγόμενων προϊόντων τους, δεν στράφηκαν στη θάλασσα με τον ίδιο ζήλο, με τον οποίο το έπραξαν κάτοικοι λιγότερο εύφορων και παραγωγικών νησιών.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι, οι κάτοικοι της Λήμνου δεν ασχολούνταν με τη θάλασσα. Αντιθέτως μάλιστα, μυθολογικές, προϊστορικές και ιστορικές αναφορές, όπως επίσης και πληθώρα – πρόσφατων, αλλά και παλαιότερων – αρχαιολογικών ευρημάτων, αποτελούν πλήρη απόδειξη του ότι, η Λήμνος έχει μακραίωνη ναυτική παράδοση. Ενδεικτικά, ο ιστορικός της Λήμνου, Αργύριος Μοσχίδης (“Η Λήμνος” Αλεξάνδρεια 1907, 49, υποσημ. 4) αναφέρει ότι, οι ομηρικοί Σίντιες ήταν πειρατές. Επίσης, ο Όμηρος, μέσα από τη Ραψωδία Ψ – στιχ. 740 – 745, μας εξιστορεί ότι, ο Θόαντας, ο πρώτος βασιλιάς της Λήμνου, είχε επαφές και εμπορικές συναλλαγές με τους Φοίνικες : “… Βραβεία καινούργια για το τρέξιμο τότε ο Αχιλλέας πιθώνει, καλόφτιαστο κροντήρι ολάργυρο, που εχώραε λίτρες έξι, κι άλλο, στη γης ακέρια αν έψαχνες, τη χάρη του δεν είχε. Μαστόροι ξακουστοί το δούλεψαν με τέχνη, απ’ τη Σιδώνα, και Φοίνικες το φέραν σκίζοντας το ανταριασμένο κύμα, κι ως στο λιμάνι άραξαν φτάνοντας, στο Θόαντα το χαρίσαν. … ” (Μετάφραση Ν. Καζαντζάκη – Ι. Κακριδή).

ευγενική παραχώρηση της έντυπης έκδοσης : Νεκτάριος Χαρ. Παλατιανός
Το νησί της Κούταλης (σήμερα Ekinlik Adasi), ήταν ένα από τα τέσσερα κατοικημένα νησιά της Προικονήσου, στο δυτικό τμήμα της θάλασσας της Προποντίδας. Τα νησιά αυτά είναι γνωστά και ως νησιά του Μαρμαρά, από το όνομα του μεγαλύτερου από αυτά. Απλώνονται στο μέσο της θαλάσσιας περιοχής μεταξύ της Μικρασιατικής Ακτής και της Θράκης και πάντοτε είχαν επικοινωνία και εμπορικές συναλλαγές και με τις δυο πλευρές της θάλασσας της Προποντίδας.

Η ενασχόληση των κατοίκων της νήσου Κούταλης με την αλιεία σπόγγων προέκυψε ως αδήριτη ανάγκη, όταν πλέον, στα τέλη του 19ου αιώνα, η διάδοση των μηχανών ατμού και η ατμοπλοϊα δεν άφησε κανένα περιθώριο υγιούς εμπορικού ανταγωνισμού στα ιστιοφόρα πλωτά μέσα τους, σε συνδυασμό με ένα τυχαίο συμβάν ανέλκυσης ιστιοφόρου πλοίου από την είσοδο του λιμανιού του νησιού. Το τελευταίο αυτό συμβάν οδήγησε στην ανακάλυψη ενός πλούσιου υποθαλάσσιου πεδίου με σφουγγάρια, γύρω από το νησί. Η απαρχή της ενασχόλησης των Κουταλιανών με την αλιεία των σπόγγων ήταν πλέον γεγονός.
Την άνοιξη του 1899 ο Κουταλιανός έμπορος, Κοσμάς Παπαδόπουλος, έχοντας αγοράσει εξοπλισμό και τα σχετικά εργαλεία από τον Καλύμνιο σπογγαλιέα Σακελλάρη Ζωρτό, ξεκίνησε για το πρώτο σπογγαλιευτικό ταξίδι του. Όλα όσα στα επόμενα χρόνια ακολούθησαν είναι πλέον ιστορία (Ψάρρας Κ. Ιστορία της Κούταλης – Πειραιάς 1987 καθώς και Αλευρόπουλος Δ.Ν. Οι σφουγγαράδες – Λήμνος 1996).
Η έναρξη της εκστρατείας της Καλλίπολης, την άνοιξη του 1915, έδωσε την ευκαιρία στην Οθωμανική αυτοκρατορία να εξαναγκάσει τους κατοίκους της ελληνικής κοινότητας της νήσου Κούταλης, να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, μαζί με όλους τους άλλους κατοίκους των νησιών της θάλασσας του Μαρμαρά και να μεταφερθούν σε πόλεις και χωριά της ενδοχώρας.
Επέστρεψαν στις εστίες τους μετά τη συνθήκη των Σεβρών, τον Οκτώβριο του 2018 και αντίκρισαν την απόλυτη καταστροφή, που είχε συμβεί στον τόπο τους. Ξεκίνησαν προσπάθεια αναδημιουργίας, αλλά η άτακτη υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού από το πολεμικό μέτωπο στα βάθη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τον Αύγουστο του 1922, ανάγκασε για ακόμη μια φορά τους Κουταλιανούς να ξεριζωθούν, τούτη τη φορά οριστικά. Αναχώρησαν όλοι στις 22 Οκτωβρίου 1922. Περίπου 12 οικογένειες, αφού ξεχειμώνιασαν σε Ίμβρο και Τένεδο, πήγαν την επόμενη χρονιά στη Λήμνο, όπου αργότερα ίδρυσαν τη Νέα Κούταλη.
Αφηγήσεις : Ευδοξίας Στεφάνου, Θεσσαλονίκη 13/01/1997 (Ερευνητής Θεοδόσης Τσιρώνης – ΙΑΠΕ) και Νικολάου Γιοβάνη, Μύρινα 14/10/2003 (Ερευνητής Κώστας Δαμιανίδης)

(φωτ. Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος 2023)
Η εγκατάστασή των Κουταλιανών προσφύγων σε πρόχειρους καταυλισμούς στο Πεσπέραγο, όπως ήταν η παλαιά ονομασία του Παλαιού Πεδινού, αλλά και σε άλλα χωριά, δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση για τους ξεριζωμένους. Ο αγώνας για την επιβίωση τους δεν είχε μόνο να κάνει με την αναζήτηση τροφής, αφού αρχικά τρέφονταν με “μπασάκια”, δηλαδή απομεινάρια του θερισμού των σιταγρών.
Σε όσους από τους πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν πλέον μόνιμα στη Λήμνο και προχώρησαν στην ίδρυση της Νέας Κούταλης διατέθηκαν, από την υπηρεσία εποικισμού, 1700 στρέμματα που δεσμεύτηκαν από το Μετόχι του βυζαντινού μοναστηριού της Αγίας Σωτήρας, επονομαζόμενης και Αλεξόπυργου (Αλεξίου Πύργος), που βρίσκεται στην κεντρική Λήμνο. Εξαιτίας αυτής της εξέλιξης οι ξεριζωμένοι Κουταλιανοί βρέθηκαν αντιμέτωποι και με τον ξεσηκωμό των ντόπιων ακτημόνων, οι οποίοι όλα τα προηγούμενα χρόνια καλλιεργούσαν αυτές τις γαίες και προσδοκούσαν ότι, κάποια ημέρα, με την απαλλοτρίωσή τους, θα ωφελούνταν.
Η παραθαλάσσια περιοχή, όπου οι πρόσφυγες άρχισαν να χτίζουν τις πρώτες κατοικίες τους, στα νότια του λόφου Στρομπόλιθου, ανήκε μέχρι το 1947 στη κοινότητα του Πεσπέραγου. Εν συνεχεία, ιδρύθηκε η κοινότητα της Νέας Κούταλης. Το 1998 το προσφυγικό χωρίο της Νέας Κούταλης έδωσε το όνομά του στο ομώνυμο Δήμο, με έδρα τον Κοντιά και ήδη, από το 2011, αποτελεί Δημοτική Κοινότητα του ενιαίου Δήμου Λήμνου.
Όπως ήταν αναμενόμενο, με σκοπό την καλυτέρευση των όρων της επιβίωσής τους, αλλά και λόγω της δεδομένης προηγούμενης ενασχόλησής τους, οι κάτοικοι της Νέας Κούταλης συνέχισαν και στη νέα πατρίδα να ασχολούνται με τη θάλασσα και το εμπόριο. Η σπογγαλιεία παρέμεινε σημαντική και πολύ προσοδοφόρα ασχολία για τους Νεο-Κουταλιανούς, μέχρι και τη δεκαετία του 1970, για να εκλείψει πλέον στη δεκαετία του 1980, όταν αρρώστια έπληξε τα σφουγγάρια, αλλά και όταν οι σπογγαλιείς είχαν πλέον να αντιμετωπίσουν τον αθέμιτο ανταγωνισμό, από την εμφάνιση των τεχνητών σφουγγαριών.
Τα πρώτα σπογγαλιευτικά σκάφη των Κουταλιανών, ήδη από την εποχή που κατοικούσαν στην Προποντίδα, ήταν οι μπότηδες. Επρόκειτο για μικρά και οξύπρυμνα σκάφη, τα οποία ταξίδευαν με πανιά ή με τα κουπιά.
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τα νέα σφουγγαράδικα σκάφη – καϊκια της Νέας Κούταλης ήταν μεγαλύτερα, πολύ πιο ευρύχωρα από τους μπότηδες και ονομάζονταν “αχταρμάδες“.

ΜΟΥΣΕΙΟ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ & ΣΠΟΓΓΑΛΙΕΙΑΣ ΝΕΑΣ ΚΟΥΤΑΛΗΣ, σελ. 103 – ΔΗΜΟΣ ΛΗΜΝΟΥ – 2015)
Σιγά – σιγά τα νέα αυτά σκάφη – καϊκια αντικατέστησαν πλήρως το στόλο των μπότηδων και πλέον στα 1970 ήταν ο μόνος υπάρχων τύπος σπογγαλιευτικού σκάφους, τον οποίο χρησιμοποιούσαν οι Κουταλιανοί. Οι αχταρμάδες κατασκευάζονταν στην Ύδρα, στη Σύμη, στην Κάλυμνο, αλλά και στον Πειραιά. Αν και υπήρχαν ναυπηγεία στο νησί της Λήμνου, ποτέ δεν κατασκευάστηκαν αχταρμάδες στο νησί. Στα ναυπηγεία του Μούδρου και της Νέας Κούταλης, γίνονταν μόνο συντήρηση των σκαφών αυτών.

Η σπογγαλιεία εκμηδενίστηκε σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας και οι Νεο-Κουταλιανοί σφουγγαράδες εγκατέλειψαν σταδιακά πλήρως το επάγγελμα αυτό. Οι βιοτεχνίες τεχνητών – συνθετικών σπόγγων, που άλλαξαν τις καταναλωτικές συνήθειες του κόσμου, όχι μόνο οδήγησαν τη ζήτηση φυσικών σφουγγαριών σε πολύ χαμηλά επίπεδα, αλλά και έναν ολόκληρο “κόσμο” σε εξαφάνιση. Όπως όμως και να χει, οι Κουταλιανοί αλιείς και σφουγγαράδες πρόλαβαν να γράψουν τις δικές τους σελίδες στην ιστορία της ναυτικής παράδοσης της χώρας μας, αλλά επίσης και να προσθέσουν τις δικές τους σελίδες στη μακραίωνη ναυτική ιστορία του νησιού της Λήμνου και του Βόρειου Αιγαίου.
Αφήστε μια απάντηση